κακοῦργοι

κακοῦργοι
κακοῦργος
masc/fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ИСАГОГИ —    • Εισαγωγει̃ς,          общее название ведущих процесс должностных лиц. Сюда принадлежат преимущественно архонты, главною обязанностью которых был предварительный разбор дела и которым вручалась большая часть судебных тяжб (ср. Άρχή, Архэ… …   Реальный словарь классических древностей

  • PIRATICA — olim dedecori non erat, sed virtutis indicum habebatus. Virg. Aen. l. 9. v. 609. Omne aevum ferrô teritur: versaque iuvencûm Terga fatigamus hastâ: nec tarda senectus Debilitat vires animi, mutatque vigorem. Caniciem galeâ premimus, semperque… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ομόλογος — η, ο (ΑΜ ὁμόλογος, ον) 1. αυτός που έχει τις ίδιες αναλογίες ή κοινά γνωρίσματα με κάποιον άλλον ή με κάτι άλλο, αντίστοιχος, ανάλογος, σύστοιχος, σύμμετρος («ομόλογα σχήματα» ή «ομόλογα σημεία» σχήματα ή σημεία τα οποία αντιστοιχούν το ένα προς… …   Dictionary of Greek

  • τεωρείς — Α (κατά τον Ησύχ.) «δραπέται, κακοῡργοι, λῃσταί» …   Dictionary of Greek

  • κακούργος, -α, -ο — και ικο 1. ως ουσ., εγκληματίας, κακοποιός: Οι κακούργοι κλείνονται στις φυλακές. 2. σκληρός: Μ έφαγες, κακούργα. 3. εγκληματικός: Έχει κακούργα ένστικτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”